ἄφεσις


ἄφεσις
ἡ ἄφεσις, εως ≃ отпущение (вины, грехов) ἄ. ἁμαρτιῶν отпущение грехов

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἄφεσις" в других словарях:

  • ἅφεσις — ἄφεσις , ἄφεσις letting go fem nom sg ἔφεσις , ἔφεσις throwing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄφεσις — letting go fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσει — ἄφεσις letting go fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀφέσεϊ , ἄφεσις letting go fem dat sg (epic) ἄφεσις letting go fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσεις — ἄφεσις letting go fem nom/voc pl (attic epic) ἄφεσις letting go fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφεσίων — ἄφεσις letting go fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσεσι — ἄφεσις letting go fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσεσιν — ἄφεσις letting go fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσιες — ἄφεσις letting go fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέσιος — ἄφεσις letting go fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄφεσιν — ἄφεσις letting go fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PRORRHESIS — Graece πρόῤῥησις, h. e. denuntiatio, ritus in sacris Graecorum, quem Lucianus in Pseudomante, ubi sacrorum ceremonias Alexandri cuiusdam impostoris recenset, tribus ex ordine diebus peractas, describit hisce: Καὶ μὲν εν πρώτῃ πρόῤῥησις ἦν ὥσπερ… …   Hofmann J. Lexicon universale